Υπηρεσία αγγελιοφόρων |
 |
1907 - 1912
Το 1907 υπήρχε στην Αμερική μεγάλη ανάγκη για ιδιωτικές υπηρεσίες αγγελιοφόρων και παραδόσεων. Για να βοηθήσει στην κάλυψη αυτής της ανάγκης, ένας δεκαεννιάχρονος με επιχειρηματικό πνεύμα, ο James E. ("Jim")Casey, δανείστηκε 100 δολάρια από ένα φίλο και ίδρυσε την εταιρεία αγγελιοφόρων American Messenger Company στο Seattle της Πολιτείας Washington. Σύμφωνα με τα αναφερόμενα από τον Jim, υπήρχαν ήδη αρκετές υπηρεσίες αγγελιοφόρων στην περιοχή του Seattle, και για ορισμένες είχε μάλιστα δουλέψει και ο ίδιος στο παρελθόν.
Το αρχικό αυτό όνομα ταίριαζε καλά με τους επιχειρηματικούς στόχους της νέας εταιρείας. Απαντώντας στις τηλεφωνικές κλήσεις που λάμβαναν στα υπόγεια "κεντρικά" τους, οι αγγελιοφόροι έκαναν θελήματα, παρέδιδαν πακέτα και μετέφεραν σημειώματα, αποσκευές και δίσκους με φαγητό από εστιατόρια. Τις περισσότερες παραδόσεις τις έκαναν με τα πόδια, και για τις μεγαλύτερες διαδρομές χρησιμοποιούσαν ποδήλατα. Τα αυτοκίνητα που υπήρχαν τον καιρό εκείνο ήταν λιγοστά, και τα πολυκαταστήματα της εποχής εξακολουθούσαν να χρησιμοποιούν άλογα και άμαξες για την παράδοση των εμπορευμάτων. Θα περνούσαν έξι χρόνια μέχρι να δημιουργηθεί το ταχυδρομικό σύστημα των Ηνωμένων Πολιτειών.
Ο Jim και ο συνεργάτης του Claude Ryan λειτουργούσαν την υπηρεσία από ένα ταπεινό γραφείο που βρισκόταν κάτω από το πεζοδρόμιο. Ο αδελφός του Jim, ο George, και μερικοί άλλοι έφηβοι ήταν οι αγγελιοφόροι της επιχείρησης. Η εταιρεία τα πήγε καλά παρά τον έντονο ανταγωνισμό, σε μεγάλο βαθμό λόγω των αυστηρών πολιτικών του Jim Casey σε θέματα εξυπηρέτησης πελατών, αξιοπιστίας, 24ωρης παροχής υπηρεσιών και χαμηλών τιμών. Οι αρχές αυτές, που διέπουν τη λειτουργία της UPS ακόμη και σήμερα, συνοψίζονται στο σλόγκαν του Jim: η καλύτερη εξυπηρέτηση με τις χαμηλότερες τιμές.
|
 |
Εποχή λιανικής πώλησης |
 |
1913 - 1918
Η "νεαρή" εταιρεία εστίαζε στην παράδοση δεμάτων για καταστήματα λιανικής πώλησης, δεδομένου ότι οι εξελίξεις όπως το αυτοκίνητο και το τηλέφωνο είχαν προκαλέσει μείωση στις εργασίες των αγγελιοφόρων. Παράλληλα, η εταιρεία άρχισε να χρησιμοποιεί και μοτοσικλέτες για ορισμένες παραδόσεις. Για δύο περίπου χρόνια, o μεγαλύτερος πελάτης της εταιρείας ήταν το Ταχυδρομείο των ΗΠΑ, για το οποίο παρέδιδαν όλα τα αντικείμενα ειδικής παράδοσης που εισέρχονταν στο Seattle. Το χρονικό αυτό διάστημα, η εταιρεία άρχισε να εφαρμόζει την ενοποιημένη παράδοση, δηλαδή τη συγκέντρωση δεμάτων που προορίζονταν για μια συγκεκριμένη γειτονιά σε ένα όχημα παραδόσεων. Με αυτόν τον τρόπο, η χρήση του εργατικού δυναμικού και του μηχανοκίνητου εξοπλισμού μπορούσε να είναι πιο αποδοτική, και οι τιμές μπορούσαν να κρατηθούν χαμηλές. Το έτος 1913 έφερε αρκετές σημαντικές αλλαγές.
Η εταιρεία απέκτησε το πρώτο της αυτοκίνητο παραδόσεων, ένα Ford Model T, που στο πλάι του είχε γραμμένο ένα νέο όνομα: Merchants Parcel Delivery. Το νέο όνομα, που ήταν κατά ένα μέρος το αποτέλεσμα της συμφωνίας του Jim Casey για συγχώνευση με τον ανταγωνιστή του Evert (“Mac”) McCabe, αντικατόπτριζε μια αλλαγή της κύριας εστίασης των εργασιών από τα μηνύματα στα δέματα. Η εταιρεία άρχισε να αναπτύσσεται γρήγορα, και λόγω του υψηλού επιπέδου υπηρεσιών και της εξατομικευμένης προσοχής που δινόταν σε κάθε δέμα, δημιούργησε μια πολύ καλή φήμη ανάμεσα στα καταστήματα της περιοχής. Το 1916, ο Charlie Soderstrom εισήλθε στην εταιρεία, φέρνοντας μαζί του αυτοκίνητα και εμπειρία. Μαζί του έφερε επίσης και το καφέ χρώμα. Το 1918, τρία από τα μεγαλύτερα πολυκαταστήματα του Seattle είχαν γίνει τακτικοί πελάτες, πουλώντας τα δικά τους αυτοκίνητα παραδόσεων (τα οποία σε πολλές περιπτώσεις αγοράστηκαν από τον Jim και τους συνεργάτες του) και αναθέτοντας τις εργασίες στη Merchants Parcel Delivery.
|
 |
Υπηρεσίες κοινού μεταφορέα |
 |
1919 - 1930
To 1919, η εταιρεία πραγματοποίησε την πρώτη της επέκταση εκτός του Seattle, στο Oakland της California, και υιοθέτησε το σημερινό της όνομα, United Parcel Service. Η λέξη “United” (Ενωμένη) χρησίμευε ως υπενθύμιση του ότι οι εργασίες της εταιρείας σε κάθε πόλη αποτελούσαν μέρος του ίδιου οργανισμού, η λέξη “Parcel” (Δέμα) προσδιόριζε τη φύση των εργασιών, και η λέξη “Service” (Υπηρεσία) επισήμαινε το προσφερόμενο αντικείμενο.
Το 1922, η UPS εξαγόρασε μια εταιρεία στο Λος Άντζελες με μια πρωτοποριακή πρακτική γνωστή ως "υπηρεσία κοινού μεταφορέα". Η υπηρεσία κοινού μεταφορέα περιλάμβανε πολλά από τα χαρακτηριστικά και τις αρχές λειτουργίας της υπηρεσίας παραδόσεων για καταστήματα λιανικής πώλησης, με χαρακτηριστικά που την εποχή εκείνη δεν προσφέρονταν από πολλές άλλες ιδιωτικές μεταφορικές εταιρείες, ούτε καν από το ταχυδρομείο δεμάτων.
Τα χαρακτηριστικά που διαφοροποιούσαν την υπηρεσία κοινού μεταφορέα συμπεριλάμβαναν τις αυτόματες καθημερινές επισκέψεις για παραλαβή, την αποδοχή επιταγών πληρωτέων στο μεταφορέα για την πληρωμή αντικαταβολών, τις επιπλέον προσπάθειες παράδοσης, την αυτόματη επιστροφή δεμάτων που δεν κατέστη δυνατόν να παραδοθούν, και την εξορθολογισμένη τεκμηρίωση με εβδομαδιαία τιμολόγηση. Ίσως το πιο βασικό χαρακτηριστικό να ήταν ότι η UPS ήταν σε θέση να παρέχει τις εκτεταμένες της υπηρεσίες σε τιμές συγκρίσιμες με αυτές του ταχυδρομείου δεμάτων.
Η UPS ήταν μία από τις λίγες εταιρείες στις ΗΠΑ που παρείχε υπηρεσία κοινού μεταφορέα εκείνη την εποχή. Η εξαγορά μιας μικρής εταιρείας και η απόφαση για συνέχιση της παροχής της υπηρεσίας κοινού μεταφορέα θα επηρέαζε την ανάπτυξη της UPS τα επόμενα χρόνια.
Το 1924, η UPS καθιέρωσε μία ακόμη από τις τεχνολογικές καινοτομίες που θα διαμόρφωναν το μέλλον της: το πρώτο σύστημα με ιμάντα μεταφοράς για τη διαχείριση των δεμάτων. Ενώ η υπηρεσία κοινού μεταφορέα παρεχόταν στην αρχή μόνο σε μια μικρή περιοχή γύρω από το Λος Άντζελες, μέχρι το 1927 είχε επεκταθεί και συμπεριλάμβανε μια περιοχή μέχρι 125 μίλια από το κέντρο της πόλης. Ταυτόχρονα, οι υπηρεσίες παράδοσης λιανικής πώλησης της UPS είχαν επεκταθεί κι αυτές, συμπεριλαμβάνοντας όλες τις μεγάλες πόλεις της Δυτικής Ακτής των ΗΠΑ.
|
|
 |
 |